Είσαι ένα καρδιοχτύπι
μου `χεις κόψει τα φτερά
έλα πάρε μου τη λύπη
έλα δώσ’ μου τη χαρά

EN
In 1900 the city of Karditsa acquires its first public park. In a very small distance from the center of the city, the Posillipo became over time the most characteristic place of the city. Like the much more well-known park with the same name in Naples, its aim is exactly what its name implies: to take away the sadness from the people that visit it (Posillipo derives from the Greek Pausilypon, literary ‘that which stops the sadness’). The park therefore, the natural element within the city, is understood as something that is able to provide joy.
120 years later, the conditions that people have to deal with when living in urban environments has shifted significantly. At the same time however, despite all the changes in the way of living, the need for joy – or at least for the end of sadness – remains as a fundamental human need; maybe even stronger than before.
The proposal for the transformation of the ex-military camp Loumaki into a park identifies that need as a real, existing condition and tries to create a park that aims at the creation of spaces and events that, no matter how naïve it might sound, will be able to provide joy through a dense green condition within which people can get lost. The trees and the vegetation create an ‘urban forest’ that may function as a place of joy and “respite from worry”.

GR
Το 1900 η πόλη της Καρδίτσας απέκτησε το πρώτο της πάρκο. Σε πολύ μικρή απόσταση από το κέντρο της πόλης το Παυσίλυπο έγινε με τον καιρό το πιο χαρακτηριστικό μέρος της πόλης. Όπως και άλλα, περισσότερο γνωστά, πάρκα με το ίδιο όνομα – για παράδειγμα αυτό της Νάπολης – ο στόχος που προσπαθεί να επιτελέσει το πάρκο είναι ακριβώς αυτό που υπονοεί το όνομά του: να παύσει τη λύπη. Το πάρκο λοιπόν, το φυσικό στοιχείο μέσα στην πόλη, αντιμετωπίζεται ως κάτι που μπορεί να δώσει χαρά.
120 χρόνια μετά, η συνθήκη με την οποία έρχονται αντιμέτωποι οι άνθρωποι που ζουν στις πόλεις σήμερα έχει αλλάξει ριζικά. Την ίδια στιγμή όμως, παρόλες τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και τον τρόπο σκέψης,
η ανάγκη για χαρά – ή για την παύση της λύπης – παραμένει ως βασική ανθρώπινη ανάγκη, ίσως πιο επιτακτική από ποτέ.
Η παρούσα πρόταση για την αρχιτεκτονική ανάπλαση του πρώην στρατοπέδου Λουμάκη αναγνωρίζει αυτή την ανάγκη ως μία υπαρκτή συνθήκη και προσπαθεί να δημιουργήσει ένα πάρκο που θα έχει ως στόχο τη δημιουργία χώρων και γεγονότων που, όσο και αν ακούγεται αφελές, θα μπορέσουν να προσφέρουν χαρά στους κατοίκους της Καρδίτσας και των γύρω περιοχών, δίνοντάς τους ένα χώρο πυκνού πρασίνου μέσα στον οποίο θα μπορούν να ‘χαθούν’. Οι φυτεύσεις (ακακίες, πεύκα, πλάτανοι, φιλύρες κ.α.) δημιουργούν ένα ‘αστικό δάσος’ που μπορεί να λειτουργήσει για τους κατοίκους ως τόπος χαράς και ‘θεραπείας’ της λύπης.

EN
The design for the new park, while acknowledging the opportunities offered by the original Posillipo, follows a totally different organizational structure. The park is understood as a place of dense vegetation, seemingly unorganized, that in points, almost unexpectedly, is disrupted by spatial events. Those events are floating within the space of the park, partly hidden within the trees.
On a second level, the park is designed as a large ‘monastery complex’. Like in typical monastery structures, every now and then we encounter in the park smaller or larger open spaces that create ‘interior’ courtyards, with some of them even following the typological structure of the certosas. However, what in a typical monastery complex is defined by built space and solid structure, in the proposal for the park is replaced by dense green spaces. It is from this green space, the ‘woods’, that you step ‘outside’ and into the ‘interior’ courtyards and the spatial events. The way in which we are used to understand inside and outside is inverted.

GR
Ο σχεδιασμός του νέου πάρκου, μπορεί από τη μία να αναγνωρίζει τις αρετές του Παυσίλυπου, αλλά ταυτόχρονα ακολουθεί μία διαφορετική κατεύθυνση και οργανωτική δομή. Το πάρκο αντιμετωπίζεται ως ένα πεδίο πυκνής βλάστησης, φαινομενικά ανοργάνωτης, που σε σημεία, σχεδόν αναπάντεχα, διακόπτεται για να ανοίξει σε ‘χωρικά συμβάντα’. Τα συμβάντα αυτά ‘αιωρούνται’ μέσα στο χώρο του πάρκου, κρυμμένα μερικώς από την πυκνή βλάστηση.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο επεξεργασίας, το πάρκο αντιμετωπίζεται ως ένα μεγάλο μοναστηριακό συγκρότημα. Όπως και εκεί, συναντούμε κάθε τόσο μεγαλύτερους ή μικρότερους ανοικτούς χώρους που δημιουργούν εσωτερικές αυλές, με κάποιες από αυτές να ακολουθούν ακόμα και την τυπική μορφολογία και οργάνωση των ‘
certosas’. Το πλήρες όμως, αυτό που σε ένα μοναστηριακό συγκρότημα ορίζεται από το κτισμένo και τον κλειστό χώρο, είναι στην περίπτωση της πρότασης το πράσινο. Οι φυτεύσεις, το ‘δάσος’ που δημιουργείται, γίνεται το ‘μέσα’, ο εσωτερικός χώρος. Από αυτό, από τον χώρο πρασίνου, βγαίνεις έξω, στις ‘εσωτερικές αυλές’ και τα χωρικά συμβάντα. Ο τυπικός τρόπος με τον οποίο συνήθως αντιλαμβανόμαστε το μέσα και το έξω αντιστρέφεται.

EN
The spatial events that we encounter within the ‘woods’ are initially using the existing structures. Building A of the ex-military camp becomes a coffee shop. Buildings B and C become thermal baths. On the northeast of those two buildings one encounters the larger open space of the park: Functioning in essence as a modern certosa it leave the ‘woods’ outside and creates a space that can work a place of seclusion – from the city and the rest of the park itself.
Moving further north one encounters two more open spaces. One of them hosts a small pavilion that creates another space of seclusion, only this time smaller and personal. The second one is much larger and open, and functions as one of the main entrances to the park while at the same time providing access and directing to the swimming pool.
The swimming pool works as one of the main attractions of the park by offering the possibility of swimming and exercising under tall trees and dense vegetation.
Finally, at the western side of the park on encounters the second attraction of the proposal: an open amphitheater that can host theatrical plays and cultural events.

GR
Τα χωρικά συμβάντα που συναντάμε μέσα στο ‘δάσος’ του πάρκου αρχικά χρησιμοποιούν υποστηρικτικά το υπάρχων κτιριακό απόθεμα. Ξεκινώντας από το νότο, το κτίριο Α γίνεται αναψυκτήριο. Τα κτίρια Β και Γ μετατρέπονται σε κλειστούς χώρους λουτρών. Βόρεια και ανατολικά αντίστοιχα από τα δύο κτίρια βρίσκουμε τον μεγαλύτερο ανοικτό χώρο του πάρκου. Λειτουργώντας ουσιαστικά ως ένα περιστύλιο, κλείνει έξω την πυκνή βλάστηση και δημιουργεί ένα χώρο που μπορεί να λειτουργήσει ως μέρος απομόνωσης, τόσο από την πόλη όσο και από το υπόλοιπο πάρκο.
Συνεχίζοντας βόρεια βρίσκουμε δύο ακόμα ανοικτούς χώρους μέσα στη βλάστηση. Ο δυτικότερος φιλοξενεί ένα pavilion που προσφέρει έναν ακόμα χώρο απομόνωσης, αλλά αυτή τη φορά αισθητά μικρότερο και πιο προσωπικό. Αντίθετα ο ανατολικότερος και μεγαλύτερος από τους δύο χώρους είναι ανοικτός στην οδό Χαριλάου Φλωράκη και λειτουργεί και ως είσοδος στο πάρκο. Στη νότια πλευρά του έχει έναν μακρύ ‘διάδρομο’ καλυμμένο με αναρριχητικά φυτά ενώ στη βόρεια πλευρά του δίνει πρόσβαση στο κτίριο Ε και στη μεγάλη κολυμβητική πισίνα που αποτελεί το βορειότερο συμβάν του πάρκου.
Η πισίνα θα λειτουργήσει ως ένας από τους βασικούς πόλους έλξης του πάρκου προσφέροντας τη δυνατότητα άσκησης κάτω από τα δέντρα και την πυκνή βλάστηση που τη περιτριγυρίζει. Η πισίνα ουσιαστικά συμπληρώνει τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Παλέρμο, που βρίσκεται νότια του πάρκου.
Τέλος στο δυτικό κομμάτι του πάρκου χωροθετείται ο δεύτερος σημαντικός πόλος έλξης: ένα ανοικτό αμφιθέατρο που μπορεί να φιλοξενήσει θεατρικές παραστάσεις αλλά και μία σειρά από πολιτιστικά δρόμενα.

Acknowledgements: images contain samples from “Il Deserto Rosso” by Michelangelo Antonioni.

>>info:
design:object-e | Dimitris Gourdoukis & Katerina Tryfonidou with Effie Douroudi, Evangelia Paschalidou, Niki Zarkada.
awards3rd Prize, Loumaki Park Competition
date:2018